Αναρτήθηκε από: motodiadromes | Οκτωβρίου 14, 2011

Guca το «Woodstock των Βαλκανίων»

Μπορεί το μικρό γαλατικό χωριό που αντιστέκεται στη ρωμαϊκή κυριαρχία να υπάρχει μόνο στα χαρτιά, υπάρχει όμως στην πραγματικότητα ένα χωριό κάπου στην κεντρική Σερβία που αντιστέκεται σθεναρά στην παγκόσμια κυριαρχία της δυτικής μουσικής.Δεν είναι τυχαίο πως είναι παγκοσμίως γνωστό ως το «Woodstock των Βαλκανίων». Μάλιστα όταν ο Miles Davis είχε επισκεφτεί το φεστιβάλ, είχε πει: «Δεν ήξερα ότι μπορεί να παίξει κανείς τρομπέτα με αυτό τον τρόπο»…

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Χρόνια τώρα είχα ακούσει για το φεστιβάλ που γίνεται κάθε Αύγουστο στην Σερβία με μουσικές τύπου καιρού των τσιγγάνων, underground και Μπρέγκοβιτς. Το φεστιβάλ χάλκινων της Guca.

Ετσι λοιπόν η πρόταση έπεσε απο πέρσι στο τραπέζι των συζητήσεων.

Στο φετινό γκρουπάκι απουσιάζει ο Σπύρος ο οποίος περίμενε το πελαργό να του φέρει το δεύτερο παιδάκι …(να σου ζήσει ο γιός μπίκο…).

Δυστυχώς δεν ακολουθήσανε και τα άλλα παιδιά..(νίκος-άκης-τριαντάφυλλος-γιώργος-ηλίας …..)

Το φετινό βαλκανικό γρούπ αποτελούνταν από  τους.. τον Γιώργο με την μαρία με DOYCATI ST3 ο οποίος θα ερχόταν μια μέρα μετά μέσω αλβανίας,τάκης με BMW 1150, Θοδωρής  με HONDA TRANSALP 700,Τζιοβάνι με SUZUKI VSTROM 650, και απο την αρχοντιά μου (σάκης) με το παραδοσιακό πλεόν  HONDA TRANSALP 600 (μεγάλη η χάρη του……).

Η ταξιδιωτική αυτή ιστορία λοιπόν ξεκινά σήμερα χωρίς να έχει ξεκινήσει ακόμα το ίδιο το ταξίδι. Και όμως με μία έννοια το ταξίδι με την προετοιμασία του έχει ξεκινήσει εδώ και καιρό. Και δεν μιλάω για την πρακτική προετοιμασία : ταξιδιωτικές πληροφορίες, ξενοδοχεία, αξιοθέατα, μετακινήσεις κλπ. Μιλάω για μιά πιό ουσιώδη και σε βάθος προετοιμασία, που προσπάθησε να προσεγγίσει και να κατανοήσει τι είναι αυτά που χωρίζουν αλλά και ενώνουν τους λαούς των Βαλκανίων, ιστορικά, κοινωνικά, πολιτικά, πολιτισμικά.

Όντας από τους ανθρώπους, που εστιάζουν πάντοτε περισσότερο σε αυτά που ενώνουν και θεωρόντας τις κοινές πολιτισμικές παραδώσεις βασικό στοιχείο ενότητας, είδα από την αρχή το ταξίδι αυτό σαν ένα ταξίδι στις κοινές μουσικές και πολιτισμικές ρίζες και παραδόσεις των λαών των Βαλκανίων και φυσικά και της Ελλάδας. Στο διάστημα αυτό της «προετοιμασίας» διάβασα στο ίντερνετ για τα Βαλκάνια, τόσο ιστορικά-κοινωνικά, όσο και μυθιστορήματα, συνέλεξα και άκουσα μουσικές των βαλκανικών χωρών, ξαναθυμήθηκα τα δικά μας χάλκινα της Φλώρινας, της Γουμένισσας και της πόλης μου Κοζάνης, πήγα και άκουσα στο πέρασμά τους από την Ελλάδα τους fanfare ciocarlia, τον Shantel και τους Boban και Marco Markovic και τώρα νιώθω έτοιμος να πάω να ενωθώ μουσικά με τους μουσικούς εκπροσώπους τόσων βαλκανικών και άλλων χωρών, που θα συναντηθούν τις μέρες αυτές στην Guca καθώς και με το κοινό των πεντακοσίων χιλιάδων, που εκτιμάται ότι θα περάσει φέτος από το φεστιβάλ της Guca.

Η μέρα έφτασε και αναχώρηση στις 7 το πρωί απο κοζάνη με τελικό προορισμό το γούτστοκ των βαλκανίων. Διανύουμε τα πρώτα 100 χλμ. Και φτάνουμε στο τελωνείο νίκης ,απαραίτητη στάση για καφέ ,πιράγματα μεταξύ μας,συναντάμε και ένα ζευγάρι μοτοσυκλετιστών απο αργεντινή που ταξιδέουν πρός τουρκία ,ανταλλάσουμε τα γνωστά αυτοκόλλητα .

Ο τζιοβάνι δεν κρατιέται και καθ’όλη την διάρκει του καφέ διαμαρτύρεται λέγοντας μας να επισπέσουμε τον πρωινό καφέ για να συνεχίσουμε το ταξείδη μας….

Με γρήγορους ρυθμούς τελειώνουμε τις διαδικασίες των τελωνειακών αρχών και βρισκόμαστε στο έδαφος τις FYROM. Φτάνουμε στα σκόπια όπου σταματάμε για ανεφοδιασμό και να φορέσουμε τα αδιαβροχα μας βλέποντας το συννεφιασμένο ουρανό να μας δείχνη τις απειλιτικές διαθέσεις του.Για τα επόμενα 150 χλμ. Έχουμε συντροφιά καταρρακτώδη βροχή όπου μας ανάγκασε πολλές φορές να οδηγούμε με 50 χλμ.ώρα.

Το φεστιβάλ της Guca ξεκίνησε το 1961, με την επωνυμία τότε φεστιβάλ της περιοχής του Ντραγκάσεβο, σαν ένας διαγωνισμός των ορχηστρών της Σερβίας που έπαιζαν αποκλειστικά χάλκινα πνευστά : Τρομπέτα, τούμπες, τρομπόνια, άλτο, βαρύτονα, τενόρο σαξόφωνα κλπ με το νταούλι να δίνει τον ρυθμό.

Το 1961 συμμετείχαν 4 ορχήστρες και δόθηκαν τότε δύο βραβεία, καλύτερης ορχήστρας και καλύτερου τρομπετίστα. Από τότε πολλές αλλαγές έχουν συντελεστεί. Φέτος πάνω από 100 ορχήστρες έχουν πάρει μέρος σε προκριματικούς διαγωνισμούς σε έξι περιοχές της Σερβίας και 16 από αυτές θα πάρουν μέρος στον τελικό διαγωνισμό της Guca.

Πέρυσι τα βραβεία είχαν ήδη πληθύνει αρκετά, αφού απονεμήθηκαν 12 διαφορετικά βραβεία. Φέτος όμως πραγματοποιείται μία μεγάλη αλλαγή. Μέχρι πέρσι ο διαγωνισμός ήταν υπόθεση αποκλειστικά ορχηστρών της Σερβίας. Ξένες ορχήστρες – λίγες σχετικά – έπαιρναν μέρος εκτός συναγωνισμού.

Φέτος όμως για πρώτη φορά πέρα από τον Σέρβικο διαγωνισμό θα πραγματοποιηθεί και διεθνής διαγωνισμός με 16 φιναλίστ από 16 χώρες, ανάμεσα στις οποίες τηνΡουμανία, την Τουρκία, την FYROM, την Σλοβενία, την Κροατία, τηνΡωσία, την Γαλλία, την Πολωνία, τις ΗΠΑ, την Αυστρία, την Σλoβακία, την Γερμανία και φυσικά την Σερβία.

Δυστυχώς ανεξήγητα απουσιάζουν οι δικές μας ορχήστρες χάλκινων. Γιατί άραγε;

Το γιορταστικό λοιπόν αυτό  φεστιβάλ της Guca  διαρκή  πέντε μέρες.

Στην διάρκεια των πέντε αυτών ημερών πέρα του διαγωνιστικού μέρους θα γίνουν και μία σειρά σημαντικές συναυλίες, όπως αυτή του Boban και Marco Markovic, του Shantel, του Μπρέγκοβιτς, των petrovic κλπ.

Για να καταλάβει κανείς τι είναι αυτό το φεστιβάλ πρέπει να πάρει υπ’όψιν του ότι πραγματοποιείται σε ένα πολύ μικρό χωρίο δύο περίπου χιλιάδων κατοίκων. Πέρυσι κατά την διάρκεια των πενήντα χρόνων του φεστιβάλ υπολογίστηκε ότι πέρασαν 600.000 άτομα, ενώ για φέτος εκτιμάται ότι θα φτάσει τις πεντακόσιες χιλιάδες…

Ουσιαστικά λοιπόν πρόκειται για ένα φεστιβάλ που πραγματοποιείται σε όλο το χωριό και τους ανοικτούς χώρους που το περιβάλλουν. Όπως λέγεται χαρακτηριστικά πρόκειται για ένα Γούντστοκ των χάλκινων πνευστών.

Ο κόσμος κοιμάται όπου βρεί. Στα λίγα νοικιαζόμενα δωμάτια, σε ελεύθερο κάμπιγκ, σε αυλές, σε ταράτσες κλπ.

Όλο το χωριό είναι στο πόδι. Οι ορχήστρες όταν δεν συμμετέχουν στις σκηνές του φεστιβάλ περιφέρονται στους δρόμους του χωριού και παίζουν συνέχεια μουσικές.

Όπου πας και όπου σταθείς ακούγονται μουσικές.

Η Guca βρίσκεται νοτιοδυτικά του Βελιγραδίου. Από το Βελιγράδι, αν δεν διαθέτει κανείς δικό του μεταφορικό μέσο, υπάρχουν δύο βασικοί τρόποι για να μεταφερθεί μέχρι εκεί. Είτε με τρένο μέχρι την Pozega και από εκεί με λεωφορείο ή ταξί μέχρι την Guca, είτε με λεωφορείο μέχρι το Cacak (Τσάτσακ) και από εκεί επίσης με λεωφορείο ή ταξί μέχρι την Guca. Όλες οι ταξιδιωτικές πληροφορίες στο internet, που επιβεβαιώσαμε προφορικά και στοΒελιγράδι, προτείνουν την διαδρομή μέσω Cacak, την οποία προτιμήσαμε και εμείς.

Διασχίσαμε το Cacak, που αν και μία ασήμαντη σχετικά επαρχιακή κωμόπολη, είδαμε ότι διέθετε ένα αξιοπρεπή κεντρικό πεζόδρομο, αρκετά παλαιά ωραία κτίρια και γενικά έδινε την αίσθηση μιας ήσυχης επαρχιακής πόλης. Ο δρόμος για την Guca ανεβαίνει έναν χαμηλό ορεινό όγκο για να περάσει στην άλλα πλευρά αυτού σε μία κοιλάδα, στο κέντρο της οποίας βρίσκεται η Guca.

Είχαμε φτάσει στην Guca!!!!

Εδώ θα άξιζε τον κόπο μία αναφορά στον τρόπο κρατήσεων των καταλυμάτων στην Guca.

Οι επισκέπτες της Guca έχουν τις παρακάτω επιλογές, όσον αφορά την διαμονή τους :

  • Υπάρχει κατ’ αρχήν μία μεγάλη, κύρια νεανική μερίδα επισκεπτών, που κάνει κάμπιγκ και ζει βέβαια το φεστιβάλ στο πνεύμα των μεγάλων rock φεστιβάλ. Είτε ελεύθερο, στις πλαγιές των γειτονικών λόφων ή στο ποτάμι, είτε επί πληρωμή στους χώρους πάρκιγκ ή ακόμα και σε αυλές σπιτιών, συνήθως με το δικαίωμα χρήσης της τουαλέτας του σπιτιού.
  • Οι περισσότεροι όμως φιλοξενούνται – επί πληρωμή – βεβαίως σε δωμάτια των σπιτιών των κατοίκων. Η κατάσταση αυτή με γύρισε αρκετές δεκαετίες πίσω, όταν στην Μύκονο του 1973, νοικιάζαμε αντίστοιχα το σαλόνι ενός σπιτιού. Και βέβαια μην περιμένετε ατομική τουαλέτα ή τις ανέσεις των ξενοδοχείων. Η διαμονή γίνεται εκ των ενόντων, σημασία έχει η συμμετοχή στο φεστιβάλ και όχι ένα τετραήμερο άνετης και πολυτελούς καλοπέρασης. Εάν κάποιος δεν είναι Σέρβος, ώστε να γνωρίζει πιθανόν ανθρώπους του χωριού, ή δεν έχει ξαναπάει, ώστε να έχει διατηρήσει επαφές, οι κρατήσεις γίνονται μέσω της οργανωτικής ομάδας του φεστιβάλ και του site Guca : accommodation and transportation. Η εν λόγω οργανωτική ομάδα λειτουργεί σχεδόν σε μονοπωλιακές συνθήκες και επιβάλει τους δικούς της όρους στις κρατήσεις. Υπάρχει ενιαία τιμή για όλα τα καταλύματα 110€/ημέρα/δωμάτιο. Για την φετεινή χρονιά, που το φεστιβάλ ήταν δεκαήμερο, υπήρχε ελάχιστος αριθμός 4 διανυκτερεύσεων. Εάν ήθελες να μείνεις λιγότερο, θα έπρεπε να πληρώσεις κατ’ ελάχιστο τις 4 διανυκτερεύσεις. Και βέβαια δεν ξέρεις από πριν σε ποιο σπίτι θα μείνεις, πόσο μακριά από το κέντρο θα είναι, εάν θα έχει θόρυβο κλπ. Όλα αυτά τα διαπιστώνεις επί τόπου. Και βέβαια εάν είσαι απαιτητικός ή μίζερος ή γκρινιάρης, τότε καμιά δυσάρεστη έκπληξη μπορεί να σου χαλάσει τις διακοπές. Όμως το πρωτεύον είναι το φεστιβάλ.
  • Εάν δεν πειράζει κάποιον να έχει από πριν εξασφαλίσει την διαμονή του, μπορεί βέβαια να αφήσει να βρει δωμάτιο επί τόπου. Όμως σε ένα φεστιβάλ, που δεν μπορείς να ξέρεις εάν θα ρθούν 1.000.000 άνθρωποι ή 1.100.000, είναι λίγο ριψοκίνδυνο να αφήσεις για την τελευταία στιγμή το θέμα της διαμονής.
  • Στο χωριό υπάρχει ακόμα ένα μικρό ξενοδοχείο το Zlatna Truba (τηλ. 032/854459), με 31 μόνο δωμάτια. Εξωτερικά φαίνεται αξιοπρεπές, βρίσκεται εντελώς στο κέντρο του οικισμού, κάτι που από τη μία είναι καλό, από την άλλη μπορεί να μην σε αφήνει να κοιμηθείς ούτε μέρα, ούτε βράδυ. Η τιμή του είναι καλή, 30€/άτομο/βράδυ και πρέπει να γίνει κράτηση τουλάχιστον 3-4 μήνες πριν. Επίσης και ένα μικρό μοτέλ 6 δωματίων το μοτέλ As (τηλ. 032/855790) λίγο πιο μακριά από το κέντρο.

Βρίσκουμαι αμέσως κατάλλυμα για καλή μας τύχη και ο slavko μας ενημερώνει ότι βρισκόμαστε 2 χλμ απο το χωριό.

Ο σλάβκο είναι ο σπτιτονικορύρης, τελικά αποδείχθηκε εξαιρετικός άνθρωπος αλλά περισσότερο ένας καλός φίλος.

 

Slavko thanks for all my friend….

 

 

Η κυκλοφορία των αυτοκινήτων επιτρέπεται μόνο στον περιφερειακό δρόμο του οικισμού. Αρκετά πιο έξω από την περίμετρο αυτή υπάρχουν μπάρες ελέγχου των ι.χ. αυτοκινήτων που κατευθύνονται προς την Guca και η καταβολή των 10 ευρώ, που αποτελεί το τέλος στάθμευσης.Σε αυτό το σημείο θα σας πρότεινα να ακούσετε το παρακάτω κομμάτι ενώ θα συνεχίσετε το διάβασμα.

 

 Είναι το Majcin cocek, ένα υπέροχο κομμάτι που ερμηνεύει εκπληκτικά ο Dejan Petrovic, ο κορυφαίος Σέρβος τρομπετίστας, που έχει επανειλημμένα βραβευτεί στην Guca. Και φέτος η ορχήστρα του ήρθε πρώτη στο Διεθνές διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ. Το κομμάτι είναι από εγγραφή σε στούντιο και όχι από την Guca και το βίντεο σκόπιμα δεν έχει παρά μιαν φωτογραφία, ώστε να μπορέσετε να συνεχίσετε απρόσκοπτα την ανάγνωση.

 

 

Κέντρο του οικισμού και κέντρο όλης της τρέλας του φεστιβάλ της Guca είναι το άγαλμα του τρομπετίστα. Εδώ γίνονται μέρα και νύκτα – κύρια νύκτα – υπό τον διαπεραστικό, ενθουσιώδη, διεγερτικό ήχο των χάλκινων οι σπονδές στον θεό της μπύρας, του διονυσιασμού, του χορού, της αχαλίνωτης διασκέδασης. Η εικόνα του τρομπετίστα είναι η πιο χαρακτηριστική της Guca, είναι το έμβλημά της. Όμως την φωτογραφία αυτή δύσκολα θα μπορέσετε να την τραβήξετε τις μέρες του φεστιβάλ. Γιατί τις μέρες αυτές ο τρομπετίστας είναι γεμάτος κόσμο, γύρω του, πάνω του. Σαν ένα τσαμπί σταφύλι ο κόσμος κρέμεται από αυτόν. Σκαρφαλωμένοι μέχρι το κεφάλι του, την τρομπέτα του.

Μεθυσμένοι και μη που είναι να απορείς, όχι μόνο για το πώς σκαρφάλωσαν μέχρι εκεί πάνω, πατώντας στους ώμους και στα κεφάλια των από κάτω, αλλά κυρίως πως δεν πέφτουν να γκρεμοτσακιστούν από εκεί πάνω. Και ο τρομπετίστας άθελά του μετατρέπεται σε ένα ιδιόμορφο σιντριβάνι μπύρας. Οι σκαρφαλωμένοι κρατούν πλαστικά μπουκάλια μπύρας του 1,5 λίτρου και εν είδη σαμπάνιας τα αναμοχλεύουν και εκτινάσσουν το περιεχόμενό τους ραίνοντας δικαίους και αδίκους. Αλλά και οι από κάτω ανταποδίδουν. Κανείς δεν μένει παραπονεμένος. Και οι μπάντες παίζουν. Και ο κόσμος χορεύει και τραγουδά. Χαρτονομίσματα κολλιούνται στα μέτωπα των οργανοπαικτών και τα ιδιότυπα κινητά ανθρώπινα τζουκμποξ συνεχίζουν όσο λαδώνονται να παίζουν ασταμάτητα.

Καλλίμορφες νεαρές διανέμουν επ’ αμοιβή σφηνάκια σε πλαστικούς δοκιμαστικούς σωλήνες με πολύχρωμες ρακές. Από τον συνωστισμό το βράδυ είναι πολύ δύσκολο να διασχίσεις το σταυροδρόμι αυτό με τον τρομπετίστα. Σπρώχνεις και σπρώχνεσαι και τα πόδια σου κολλάνε έντονα στην άπειρη μπύρα που ρέει άδικα στην άσφαλτο. Ευτυχώς τα πρωϊνά οι μάνικες του Δήμου κάνουν καλή δουλειά και επαναφέρουν αξιοπρεπώς την περιοχή στην προτεραία κατάσταση.

Το φεστιβάλ της Guca είναι το βασίλειο της μπύρας. Ας ετοιμάζουν ήδη ταξίδι για Guca οι απανταχού μπυρόπληκτοι , αντί να τρέχουν στις άλλες άκρες του κόσμου προκαλώντας παντού δεινά, αναστατώσεις και πανικό. Μπύρα θα βρεις να πουλιέται παντού. Γενικά στο δρόμο το πλαστικό ποτήρι του μισού λίτρου στοιχίζει 1 ευρώ, αλλά θα το βρείς και 1,5 και στα ρεστοράν ακόμα και 3. Βασιλιάς της μπύρας είναι μάρκα Jelen με σήμα το κεφάλι ενός ελαφιού, η πιο παλιά Σέρβικη μπύρα, από το 1759 παρακαλώ!!! Με μεγάλη διαφορά από άποψη παρουσίας στο φεστιβάλ και άρα και κατανάλωσης η μπύρα LAV, αυτή παράγεται μόνο από το 1892! Και οι δύο είναι ξανθές τύπου Lager με ωραία γεύση και με μια μικρή ωραία πικράδα στο τέλος.

Αλλά το μεσημέρι είχε ήδη προχωρήσει, μια μπύρα την χρειαζόμασταν και μια μπύρα τέτοια ώρα δεν πίνεται ξεροσφύρι. Με λίγα λόγια μας είχε κόψει η πείνα. Κανένα πρόβλημα όμως. Στην Guca μαζί με την μπύρα, υπάρχει και παντού φαγητό. Όταν όμως μιλάμε για φαγητό μιλάμε μόνο για κρέας, σε όλες του τις μορφές. Αρνιά και γουρουνόπουλα σουβλιστά, μοσχάρια και χοιρινά ψητά και μαγειρευτά με λάχανο ή χωρίς, κιμάδες, με διάφορους τρόπους μαγειρεμένους πικάντικους ή μη, λουκάνικα κάθε είδους και μαζί πίτες και γαρνιτούρες. Όλα αυτά μπροστά στα μάτια σου, στο κάθε σου βήμα σε προκαλούν και σε καλούν.

Και αν μπορείς ας αντισταθείς…

Εμείς πάντως δεν μπορέσαμε να αντισταθούμε και έτσι διαλέξαμε για πρώτη δοκιμή το παραδοσιακό φαγητό (kupus)  και μια παγωμένη Jelen.

Φάγαμε, βαρύναμε, ταξιδεύαμε και από το πρωϊ και είπαμε να ξεκουραστούμε για το βραδινό ξεφάντωμα.

 

Αρχίσαμε λοιπόν να διασχίζουμε με τα πόδια τον οικισμό, σε μία μεσημεριανή ώρα, που τα πράγματα ήταν ακόμα χαλαρά. Δεδομένου ότι το βράδυ η διασκέδαση συνεχίζεται μέχρι τις πρωινές ώρες και συνυπολογιζόμενης και της άπειρης κατανάλωσης μπύρας που πραγματοποιείται, είναι αναμενόμενο το μεσημεράκι οι ξενύχτηδες μόλις να αναζητούν τον πρωινό τους καφέ.Αυτό που σου κάνει εντύπωση από την πρώτη στιγμή, είναι οι σκηνές των επισκεπτών που είναι στημένες παντού και η γενικότερη εικόνα και η αίσθηση ενός απέραντου πανηγυριού. Ένα εκτεταμένο πάρκιγκ στην είσοδο του οικισμού είναι γεμάτο αυτοκίνητα και σκηνές. Το ποτάμι που διασχίζει τον οικισμό, με την διαμορφωμένη κοίτη του, μπορεί να μην έχει πάνω από 15-20 εκ. νερό, έχει όμως συνεχή και ικανή ροή. Στις δύο διαμορφωμένες πλευρές του ποταμού εκατοντάδες πολύχρωμες σκηνές με τον κόσμο έξω και γύρω από αυτές, στις πιο διαφορετικές ενασχολήσεις, επιτείνουν την εικόνα του πανηγυριού.

Και στον ποταμό μέσα κόσμος πολύς πλατσουρίζει, διασκεδάζει κυνηγώντας και βρέχοντας ο ένας τον άλλο, πλένει τα εσώρουχά του, παίζει επιτραπέζια παιχνίδια με τις καρέκλες και το τραπέζι μέσα στο νερό, άλλοι έχουνε στήσει ολόκληρη σκηνή μέσα στην κοίτη του ή ακόμα και ένα πρόχειρο μπαρ με κόσμο πολύ να πίνει και να διασκεδάζει σε αυτό.

Και ανάμεσα σε όλους αυτούς αλλά και στους δρόμους πολλές μικρές και μεγάλες μπάντες παίζουν τις πιο διαφορετικές μουσικές. Όταν είσαι πιο μακριά δεν ακούς παρά μια μουσική μείξη, την κοινή συνισταμένη των ήχων των πολλών μουσικών ομάδων που παίζουν σε μικρή απόσταση μεταξύ τους. Δεν ακούς ένα συγκεκριμένο σκοπό, παρά μόνο τον ρυθμό και την αίσθηση της δόνησης που προκαλούν τα δεκάδες πνευστά στον αέρα. Και μαζί ο ήχος της τούμπας και της γκρανκάσας, που τα συνοδεύουν. Όταν όμως πλησιάζεις σε μία μπάντα, τότε αυτόματα ο ήχος είναι τόσο δυνατός, που θες δεν θες ακούς μόνον αυτόν αφού όλες οι άλλες γειτονικές μπάντες καλύπτονται από αυτόν. Και κάνεις στην πορεία δύο-τρία βήματα και ο ήχος που ακούς χάνεται και αυτός με την σειρά του αφού καλύπτεται πλέον από την επόμενη μπάντα την οποία έχεις πλέον πλησιάσει.

Η μεγάλη πλειοψηφία των μουσικών του δρόμου είναι τσιγγάνοι. Στην φάση αυτή του off festival, με την μία μπάντα να συνωστίζεται δίπλα στην άλλη, μην ψάχνεις να ξεχωρίσεις την ποιότητα. Σίγουρα κάποιοι από τους μουσικούς αυτούς είναι ταλαντούχοι. Είναι αυτοί που θα στελεχώσουν αύριο τις μπάντες του αυριανού Μάρκοβιτς ή Πέτροβιτς, που θα σαρώσει τα βραβεία. Πρέπει να τους πετύχεις κάπου απόμερα, π.χ. στην αυλή του σπιτιού που έχουν κατασκηνώσει, παίζοντας για την πάρτη τους ή διασκεδάζοντας με τους ιδιοκτήτες του σπιτιού για να μπορέσεις να θαυμάσεις τους αυτοσχεδιασμούς της τρομπέτας και να εντυπωσιαστείς από τον βαθύ ήχο του κόρνου και της τούμπας.

Θα κάνουμε εδώ μία μικρή αναφορά στα όργανα που συναντήσαμε στην Guca. Όλες οι μπάντες των δρόμων καθώς και οι Σέρβικες μπάντες, που συμμετέχουν στο διαγωνιστικό τμήμα, χρησιμοποιούν αποκλειστικά χάλκινα πνευστά και την γκράν κάσα (το μοναδικό κρουστό), που δίνει τον ρυθμό. Θα συναντήσει κανείς κατά κύριο λόγο τρομπέτες και μαζί με αυτές κόρνα, τούμπες, βαρύτονα, σουζάφωνα και κορνέτες. Στις ξένες μπάντες θα συναντήσουμε επίσης σαξόφωνα και τρομπόνια, συνοδευτικά δε – μόνο για τις μπάντες των συναυλιών – θα δούμε και ορισμένα άλλα όργανα.

Στο μεταξύ ,Eφτασε και ο γιώργος με την μαρία απο την αλβανία διανύοντας γύρω στα 800 χλμ.Η κούραση ήταν έκδιλη  στα πρόσωπά τους ,αλλά τους επιβράυσε το όλο θέαμα που είδαν στο χωριό…

Και συγχρόνως όλοι οι κεντρικοί δρόμοι του οικισμού έχουν μετατραπεί σε επίκεντρο ενός τεράστιου πανηγυριού. Εκατοντάδες πρόχειρα κιόσκια και μαγαζιά έχουν δημιουργηθεί για τις ανάγκες αυτού του πανηγυριού. Κατά κύριο λόγο είναι μαγαζιά με φαγητό (αλλά για αυτά θα αναφερθούμε ξεχωριστά στην πορεία), με αναμνηστικά, με Cd’s, με τυπωμένες μπλούζες και ό,τι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς σε ένα πανηγύρι τέτοιας έκτασης.

Επισκεπτόμαστε το τουριστικό περίπτερο του χωριού για ενημερωθούμε φια τις εκδηλώσεις.Συγχρόνως κουβεντιάζαμε μαζί τους για την συναυλία της επόμενης μέρας με τον Boban και τον Marko Markovic.

Για όσους δεν γνωρίζουν αρκετά επί του θέματος, αξίζει να πούμε ότι ο τσιγγάνικης καταγωγής Boban Markovits είναι ένας μεγάλος τρομπετίστας, μουσικός και τραγουδιστής που έχει πάρει πάνω από 7 βραβεία στην Guca, το πρώτο το 1988. Και θα έπαιρνε και παραπάνω αν δεν σταματούσε οικειοθελώς να παίρνει μέρος στο διαγωνιστικό μέρος του φεστιβάλ. Είναι πολύ αγαπητός στην Σερβία και ειδικά στην Guca. Στην κυριολεξία πίνουν ρακές (rakia) στο όνομά του. Τον Boban Markovits τον ξέρετε ακόμα και εάν δεν το θυμάστε από τα πολύ γνωστά και πολύ χαρακτηριστικά τραγούδια του Μπρέγκοβιτς που παίχτηκαν στην ταινία Underground και αλλού.Έλεγα λοιπόν για το πόσο καλή εντύπωση μου έκανε ο Marko, ο γιός του Boban, που από το 2002 παίζει μαζί με τον πατέρα του. Για τον πόσο καλός τρομπετίστας είναι και για τους τζαζίστικους αυτοσχεδιασμούς του, που θα τον πάνε μπροστά. Δίπλα μου ο slavko με κοίταζε και κουνούσε το κεφάλι του επιδοκιμαστικά. Μου ανέφερε ότι ο Marko έπαιζε για δυο χρόνια κάθε μέρα δέκα ώρες τρομπέτα πριν τολμήσει να σταθεί να παίξει τρομπέτα για πρώτη φορά δίπλα στον πατέρα του. Και βέβαια από τότε έχει κερδίσει τον θαυμασμό και την αναγνώριση. Και όταν τον ρώτησα – μάλλον αφελώς, μην συνειδητοποιώντας πόσο μεγάλο είναι για την Σερβία το όνομα και του Marko Markovic – γιατί δεν κατεβαίνει και αυτός στο διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ της Guca, μου απάντησε χωρίς να αφήσει κανένα περιθώριο για αμφιβολίες : «Μα θα σάρωνε όλα τα βραβεία. Και άλλωστε δεν το έχει ανάγκη, είναι ήδη γνωστός και καταξιωμένος σε όλο τον κόσμο, έχει παίξει σε πολλά διεθνή φεστιβάλ και έχει δώσει συναυλίες σε δεκάδες χώρες».

Οι Markovic, όπως τους αγαπάει πολύ το κοινό, αγαπάνε και αυτοί πολύ το φεστιβάλ της Guca. Πάνε σχεδόν κάθε χρόνο και δίνουν συναυλίες και δεν φεύγουν αμέσως από την Guca, όπως κάνουν οι άλλες «φίρμες». Για δύο-τρεις μέρες ακούγαμε για τα κατορθώματά τους : 
«Χθες το βράδυ αργά οι Markovic ήταν στο τάδε εστιατόριο. Γύρω τους μαζεύτηκαν οι τρεις καλύτερες μπάντες και συναγωνίζονταν μέχρι τα ξημερώματα ποια θα κερδίσει την προσοχή και την αποδοχή τους». 
Ποιός δεν θα ήθελε να παραβρεθεί σε έναν τέτοιο συναγωνισμό;

Το απόγευμα ήμασταν και πάλι στο κέντρο του οικισμού. Το βράδυ ήταν η συναυλία του Markovic. Ο κόσμος είχε πληθύνει στους δρόμους, το πάρκιγκ και ο χώρος του κάμπιγκ είχε γεμίσει ασφυκτικά, συνεχής ροή αυτοκινήτων έξω από τον οικισμό περίμενε υπομονετικά, που θα τακτοποιηθεί από τους τροχονόμους.Βρεθήκαμε μόλις εκατό μέτρα από το άγαλμα του τρομπετίστα μπροστά από το κέντρο πολιτισμού.Στην πρόσοψη του κτιρίου υπήρχε μία λίγο υπερυψωμένη σκηνή στεγασμένη με μία καλαίσθητη ξύλινη στέγη.

Στον χώρο αυτό γίνονται όλες οι μικρότερης σημασίας εκδηλώσεις του φεστιβάλ, δηλαδή όλες όσες δεν φιλοξενούνται από την κεντρική σκηνή, που έχει στηθεί στο γήπεδο του χωριού.

Μπροστά από την σκηνή του κέντρου πολιτισμού δεν βρίσκεται παρά μία μικρή πλατεία. Καμία ιδιαίτερη διαμόρφωση για τον κόσμο που θα παρακολουθήσει εδώ τις εκδηλώσεις. Εδώ ο κόσμος είναι εναλλασσόμενος. Ο κόσμος που περιδιαβαίνει τους κεντρικούς δρόμους του οικισμού και ο οποίος συμμετέχει σε αυτό το τρελό πανηγύρι, που γίνεται σε αυτούς, θα περάσει αναγκαστικά μπροστά από το κέντρο πολιτισμού και θα παρακολουθήσει για λίγο τα μουσικά και χορευτικά δρώμενα.Από την σκηνή του κέντρου πολιτισμού θα παρελάσουν δεκάδες γνωστές και λιγότερο γνωστές μπάντες, ανάμεσα σε αυτές και αρκετές που έχουν ήδη βραβευθεί στα προηγούμενα φεστιβάλ. Μαζί με αυτές αρκετά χορευτικά συγκροτήματα, φωνητικά συγκροτήματα που τραγουδάνε χωρίς την συνοδεία μουσικής, ξένα γκρούπ από την Αυστρία, την Αυστραλία, το Ισραήλ και αλλού. Εδώ θα γίνουν οι προκριματικοί γύροι του διαγωνιστικού μέρους του φεστιβάλ.Όλοι με τις παραδοσιακές τους στολές δίνουν ένα έντονα παραδοσιακό χαρακτήρα στο φεστιβάλ. Θα δεί κανείς πολλές παραδοσιακές στολές στην Guca, τόσο αντρικές όσο και γυναικείες. Τα μέλη όμως των συγκροτημάτων φοράνε λίγο πολύ την ίδια στολή με διαφορετικά χρώματα. Παντελόνι καφέ ή χακί φαρδύ πάνω και στενό κάτω, που μπαίνει μέσα στις κάλτσες και τσαρούχια γυριστά στην άκρη, χωρίς όμως φούντα. Από πάνω λευκό πουκάμισο και πολλές φορές μαύρο γιλέκο. Στη μέση ένα πολύχρωμο μαντήλι είναι δεμένο σαν ζωνάρι, από το οποίο μάλιστα πιάνονται πολλές φορές όταν χορεύουν ομαδικούς χορούς.

Στο κέντρο πολιτισμού είδαμε μία σειρά πολύ ωραίες εκδηλώσεις. Όλοι οι περσινοί νικητές, παρέλασαν από την σκηνή αυτή. Οι δύο περσινοί βραβευμένοι ως καλύτερος τρομπετίστας DejanPetrovic και ως καλύτερη ορχήστρα EkremMamutovic, χάρισαν στιγμές μεγάλης ικανοποίησης στο κοινό που τους παρακολούθησε. Οι ίδιοι είναι αυτοί που κέρδισαν και φέτος τα δύο κορυφαία βραβεία της διοργάνωσης, απλά αλλάζοντας θέση μεταξύ τους ως καλύτερος τρομπετίστας και καλύτερη ορχήστρα.Στην σκηνή του κέντρου πολιτισμού γίνονται συνέχεια σχεδόν τόσες πολλές παραστάσεις, που είναι αδύνατο να τις παρακολουθήσει κανείς όλες. Έτσι λίγο πολύ στην τύχη βλέπει κανείς κάποιες από αυτές. Εμείς είχαμε την τύχη να παρακολουθήσουμε μερικές πολύ ωραίες μουσικές και χορευτικές παραστάσεις. Οι ρυθμοί και οι χοροί πολλές φορές θύμιζαν δικούς μας χορούς, άλλοτε νόμιζες ότι άκουγες καρσιλαμά, άλλοτε χορούς της Μακεδονίας. Όμως μην ξεχνάμε ότι ο χώρος των Βαλκανίων υπήρξε επί Οθωμανών για μεγάλο διάστημα ενιαίος με αποτέλεσμα τόσο οι μουσικές, όσο και οι χοροί να επηρεάζονται μεταξύ τους και να μεταφέρονται από περιοχή σε περιοχή αφού δεν υπήρχαν σύνορα.

Μερικές φορές ακούγοντας τον ήχο των χάλκινων πνευστών, όπως συνδυάζονταν μεταξύ τους, νόμιζα ότι άκουγα κλαρίνο. Και όμως κλαρίνο δεν χρησιμοποιείται στην Guca, γιατί το κλαρίνο υπάγεται στα ξύλινα πνευστά (ομοίως και το σαξόφωνο γιατί αν και μεταλλικής κατασκευής διαθέτει ξύλινη επιγλωττίδα και γι’ αυτό κατατάσσεται στα ξύλινα). Πάντως το κλαρίνο μια χαρά θα συνεργάζονταν με όλα τα χάλκινα πνευστά και θα πλούτιζε τον τελικά παραγόμενο ήχο. Σοβαρή και ανεξήγητη θεωρώ την απουσία Ελληνικών χάλκινων συγκροτημάτων από την Βόρεια Ελλάδα στο φεστιβάλ της Guca.  Θα έπρεπε πιστεύω να κινήσει το ενδιαφέρον των χάλκινων συγκροτημάτων της Γουμένισσας ή της Φλώρινας ή της Κοζάνης κλπ, ιδιαίτερα μάλιστα αφού και εφέτος υπήρχε και διεθνές διαγωνιστικό τμήμα.Ανάμεσα στις μουσικές ή χορευτικές εκδηλώσεις, αρκετές φορές άκουγες φωνητικά συγκροτήματα, που χωρίς συνοδεία μουσικής ή με μία απλή μόνο υπόκρουση τραγούδαγαν παραδοσιακά τραγούδια. Πολλές φορές μου θύμισαν την αντίστοιχη παράδοση της Βουλγαρίας, τις μακεδονίας , τις θράκης και άλλες περιοχές τις ελλάδος.

Ήδη πριν φτάσω στην Guca είχα διαβάσει αρκετά για τα δρώμενα σε αυτήν. Αν κάτι μπορώ να πω ότι αντιμετώπιζα με σκεπτικισμό είναι όσα είχα διαβάσει για την έντονη παρουσία των Σέρβων Εθνικιστών στους δρόμους της Guca. Ένα μουσικό φεστιβάλ, ειδικά όταν η μουσική είναι παραδοσιακή και μάλιστα κοινή ανάμεσα σε όλα τα γειτονικά κράτη, μόνο στοιχείο ενότητας μπορεί να είναι και όχι διχασμού.Τι γύρευε λοιπόν ο Σέρβικος Εθνικισμός στο «παζάρι»;Από την πρώτη στιγμή περιδιαβαίνοντας τους δρόμους της Guca έβλεπε κανείς διάφορα σημάδια αυτού του Σέρβικου Εθνικισμού. Δεν είναι μόνο οι Σέρβικες σημαίες μαζί με εθνικιστικά και θρησκευτικά σύμβολα που πουλιόντουσαν σε διάφορα σημεία. Δεν είναι ακόμα τα στρατιωτικά καπέλα, δίκοχα και μπερέδες που περίμεναν υπομονετικά στους πάγκους για να αγοραστούν. Ούτε ακόμα οι τυπωμένες σε προς πώληση μπλουζάκια φιγούρες στρατιωτικών πολεμαρχών, συμπεριλαμβανομένων των κατηγορουμένων από το Δικαστήριο της Χάγης για γενοκτονία και εγκλήματα πολέμου Ράντοβαν Κάραζιτς και Ράτκο Μλάντιτς. Είναι που όσο πλησίαζε η ώρα για την συναυλία του Μπρέγκοβιτς και όσο οι δρόμοι της Guca και το γήπεδο, όπου θα γινόταν η συναυλία, γέμιζαν από κόσμο η παρουσία του Σέρβικου Εθνικισμού ήταν όλο και πιο εμφανής.

Παρέες νεαρών κατέφθαναν με τα στρατιωτικά δίκοχα στο κεφάλι. Ξεδίπλωναν τις Σέρβικες σημαίες και προχώραγαν ομαδικά σαν να πήγαιναν σε διαδήλωση. Άντρες με το κοντοκουρεμένο κεφάλι και την γνωστή ανατομία που σχηματίζουν τα γυμναστήρια και γυναίκες που συμμετείχαν και αυτές ενεργά στην ομάδα. Και παραδίπλα τους άντρες μεγάλης ηλικίας, οι παλαίμαχοι, που φόραγαν και αυτοί στρατιωτικά καπέλα και μπερέδες και ήταν έτοιμοι κάθε φορά να σηκώσουν τα χέρια σε ένδειξη υποστήριξης και συμμετοχής, όταν το κοινό πάλλονταν ανεμίζοντας τις Σέρβικες σημαίες. Που και που και κάποιοι με μπλουζάκια με τις γνωστές στρατιωτικές φιγούρες.Η ώρα έναρξης για την συναυλία   των Μάρκοβιτς έφτασε .. και το γήπεδο, τόσο ο αγωνιστικός χώρος, όσο και οι μικρές σχετικά εξέδρες, ήταν ήδη σχεδόν γεμάτο. Ο κόσμος ήταν σαφώς περισσότερος από όσον παρευρέθηκε την προηγούμενη μέρα στην συναυλία. Όμως και το κλίμα ήταν διαφορετικό. Η συντριπτική πλειοψηφία του κοινού ήταν εμφανώς Σέρβοι και μέσα σε αυτούς τα σημάδια του Σέρβικου εθνικισμού ήταν εμφανή. Δεν αφορούσε βέβαια παρά ένα μικρό ποσοστό των παρευρισκομένων, αλλά σίγουρα η παρουσία τους έδινε ένα διαφορετικό κλίμα.Λόγω της απ’ευθείας μετάδοσης της συναυλίας από την τηλεόραση η συναυλία άρχισε ακριβώς στην ώρα της. Ήταν η ώρα για να ανεμίσουν οι σημαίες, τα χέρια να σηκωθούν, ο κόσμος να αρχίσει να χορεύει και να τραγουδά. Ήταν η ώρα για τα καπνογόνα και τα εφέ του φωτισμού. O boban και marko – όπως αποκαλούν συντετμημένα τους Μάρκοβιτς – είναι το αγαπημένο τους παιδί. Όχι μόνο για τα τραγούδια του και τις μουσικές του, αλλά συγχρόνως γιατί προβάλει στο εξωτερικό την καλή εικόνα της Σερβίας. Μία εικόνα που έχουν ιδιαιτέρως ανάγκη.

Τι είναι ο Σέρβικος εθνικισμός; Πόσο βαθιές ρίζες έχει; Τι ποσοστό του πληθυσμού αφορά; Πως τον αντιμετωπίζει ο υπόλοιπος πληθυσμός; Τι σχέση έχει με το σύστημα διοίκησης, το κράτος και τα κόμματα; Είναι κάτι παροδικό, λόγω των ιστορικών συγκυριών, ή η προσέγγιση με την δύση και την Ευρωπαϊκή Ένωση θα τον υπερκεράσει; Είναι ερωτήματα που δεν μπορούν να απαντηθούν με ένα μικρό τουριστικής φύσης ταξίδι. Πάει κανείς με μία προσχηματισμένη εικόνα στο μυαλό του για το θέμα και εκεί επί τόπου προσπαθεί να ανιχνεύσει ενδείξεις που απλά θα του δώσουν ερεθίσματα για να σκεφτεί. Οι ευθύνες των Σέρβων σε όσα ακολούθησαν την διάλυση της πρώην Γιουγκοσλαβίας, αλλά και όσα συνέβησαν πριν από αυτήν, οι ανατριχιαστικές πλευρές του πολέμου, τα στοιχεία για γενοκτονία και εγκλήματα πολέμου, ο βομβαρδισμός του Βελιγραδίου και της Σερβίας από το ΝΑΤΟ και τους Αμερικάνους, η ήττα, η σύλληψη και ο θάνατος του Μιλόσεβιτς, η μετέπειτα σύλληψη του Κάραζιτς, ο Μλάντιτς που ακόμα αγνοείται, ο οδυνηρός αποχωρισμός του Κοσόβου αποτελούν μόνο παράγοντες αυτού του γιγαντιαίου παζλ που σχηματίζεται σχετικά με το θέμα. Απαντήσεις δεν έχω. Και εγώ τις αναζητώ.

Στο γήπεδο της Guca, γίνανε όλες οι μεγάλες εκδηλώσεις του φεστιβάλ. Οι συναυλίες γνωστών συγκροτημάτων με χάλκινα, όπως του Μπρέγκοβιτς, των Μάρκοβιτς, του Πέτροβιτς, των Πολωνών Golec, των Σλοβένων Magnifico κλπ. Εδώ έγινε ο διεθνής διαγωνισμός συγκροτημάτων με χάλκινα καθώς και ο τελικός διαγωνισμός των συγκροτημάτων με χάλκινα πνευστά από τις διάφορες περιοχές της Σερβίας.

Παρακολουθώντας τις διάφορες εκδηλώσεις το γήπεδο εντύπωση μου έκανε το πώς οι Σέρβοι ενθουσιάζονταν κάθε φορά που η ορχήστρα έπαιζε έναν συγκεκριμένο σκοπό. Αμέσως, όποια και να ’ταν η πυκνότητα του κόσμου, πάντα βρισκόταν ο απαιτούμενος χώρος για να στήσουν τον χορό. Σε κυκλική διάταξη πλήθος κόσμου παρασύρονταν στον γρήγορο και εύθυμο σκοπό της μουσικής, χορεύοντας ένα χορό που γίνονταν κατά κύριο λόγο με την γρήγορη και επιδέξια κίνηση των ποδιών. Μικροί και μεγάλοι, άντρες και γυναίκες, Σέρβοι αλλά και τουρίστες όλο και πλήθαιναν και διεύρυναν τον κύκλο όσο η μουσική συνεχιζόταν. Κάποιοι φαίνονταν να ξέρουν καλά τον ρυθμό και τα βήματα, κάνανε φιγούρες και έσερναν με κέφι και ζωντάνια τον χορό. Άλλοι απλώς ακολουθούσαν προσπαθώντας να μιμηθούν τους πρώτους. Ρωτώντας έμαθα ότι επρόκειτο για τον εθνικό τους χορό, το Kolo, το οποίο φαίνονταν ότι ήταν ευρέως γνωστό και αγαπημένο σε όλες τι ηλικιακές και κοινωνικές ομάδες. Και όχι μόνο στο γήπεδο, αλλά και στους δρόμους ή στα εστιατόρια, συχνά έβλεπες κύκλους ανθρώπων να χορεύουν ασταμάτητα.

Σε όλες τις διαγωνιστικές διαδικασίες τα συγκροτήματα παίζουν δύο κομμάτια, βάσει των οποίων αξιολογούνται. Το ένα πρέπει να είναι παραδοσιακό τουλάχιστον 50 χρόνων, ενώ το δεύτερο η διασκευή η απλά η εκτέλεση με χάλκινα πνευστά ενός γνωστού μεν αλλά πιο πρόσφατου και όχι παραδοσιακού κομματιού. Γι’ αυτό και σε αυτό το καθ’ όλα παραδοσιακό φεστιβάλ ανάμεσα στα παραδοσιακά Σέρβικα κομμάτια θα ακούσει κανείς συγχρόνως εκτελέσεις από πολύ γνωστά και σύγχρονα κομμάτια. Την τιμητική του έχει το εβραϊκό Hava Nagila, το O Sole Mio, το El Chumbachero, ακόμα μπορείτε να ακούσετε τους Γάλλους να παίζουν Μπιζέ ή τους Σλοβένους το Planet Paprica.

Μία από τις βραδιές του φεστιβάλ στο γήπεδο έγινε ένας άτυπος διαγωνισμός. Τα πιο γνωστά συγκροτήματα του φεστιβάλ της Guca εμφανίζονταν σε δυάδες στην σκηνή. Κάθε συγκρότημα έπαιζε από δύο κομμάτια. Ξεκίναγε το πρώτο, απάνταγε το δεύτερο, το πρώτο ανταπάνταγε και τέλος το δεύτερο έλεγε το τελευταίο κομμάτι. Κριτής σε αυτόν τον ιδιότυπο ανταγωνισμό ήταν το ίδιο το κοινό. Τα χειροκροτήματα, οι φωνές, η ένταση του ενθουσιασμού και του χορού έκρινε τον νικητή. Όταν η διαφορά ήταν εμφανής ο νικητής παρέμενε στην σκηνή παίζοντας ένα δυο κομμάτια ακόμα.Ενδιαφέρον είχε και το διεθνές διαγωνιστικό φεστιβάλ. Όλα αυτά τα χρόνια ξένα συγκροτήματα με χάλκινα έπαιρναν μέρος στο φεστιβάλ εκτός συναγωνισμού.

Μετά από 4 μέρες στην Guca και ενώ το φεστιβάλ είχε ουσιαστικά τελειώσει πήραμε τον δρόμο της επιστροφής γεμάτοι με τις πιο διαφορετικές, ευχάριστες και έντονες εντυπώσεις. Κανείς δεν ξέρει εάν θα μας δοθεί και πάλι στο μέλλον η ευκαιρία να ξαναεπισκεφτούμε το φεστιβάλ και την περιοχή, η οποία διαθέτει πολλές κρυμμένες ομορφιές. Όμως το ταξίδι αυτό και η παρουσία μας στο φεστιβάλ της Guca θα είναι κάτι που θα αναπολούμε πάντα με τις πιο ευχάριστες αναμνήσεις.

Γιατί οι Rom μπορεί να μην έχουν σπουδάσει μουσική, μπορεί να μην διαβάζουν παρτιτούρες όμως μπορούν με ζηλευτή επιτυχία να αυτοσχεδιάζουν και να επιδεικνύουν μια θαυμαστή δεξιοτεχνία. Ρωτήσανε κάποτε το πρώτο βιολί των Taraf de Haidouks πως γίνεται αυτός, ένας αυτοδίδακτος μουσικός, να παίζει με τόση δεξιότητα Bella Bartok. Μα είναι απλό, απάντησε, μου φέρνουν τα κομμάτια σε κασέτα, τα ακούω και τα παίζω!!!!…

Παρακολουθείστε αυτή την πολύ ωραία ταινία μικρού μήκους του Marko Novakovic με τον μεγάλο τρομπετίστα Ekrem Sajdic και τον τζαζίστα και τρομπετίστα Dusko Gojkovic.Το ίδιο τραγούδι ερμηνεύεται από τους δύο τρομπετίστες στην ταινία με εντελώς διαφορετικό στυλ, τόσο που να φαίνεται σαν διαφορετικό κομάτι.

Θα ήθελα αυτό το βιντεάκι να το αφιερώσο στο φίλο μου καλλιτέχνη φωτογράφο και λάτρη τις μουσικής βασίλη.

Διαβάστε εάν θέλετε στο youtube την ιστορία της ταινίας. Από τον χρήστη του youtube GucaTV.

pagosmio rekor non stop 36 hours……..


Να είστε καλά και πάντα καλά και φρόνιμα χιλιόμετρα!
Σε περίπτωση επίσκεψης περιμένω φίντμπακ!

Επιστρέφοντας από ένα μουσικό φεστιβάλ, όπου οι τσιγγάνοι παίζουν έναν τόσο σημαντικό ρόλο, η αντίθεση ήταν ακόμα πιο έντονη, ανάμεσα σε αυτό που οι τσιγγάνοι έχουν προσφέρει μουσικά στην πολιτισμένη Ευρώπη και σε αυτό που η πολιτισμένη Ευρώπη επιφυλάσσει γι’αυτούς.    


Responses

  1. ωραίο το οδοιπορικό, μας ταξίδεψε και μάς έκανε να θέλουμε να πάμε και εμείς του χρόνου😉 ευχαριστώ και να σαι καλά για την αφιέρωση τής ταινίας! αυτήν η ταινία δείχνει μουσικές και βαλκάνια μέρη που θέλω να πάω να ζήσω και να φωτογραφίσω και ελπίζω να τα καταφέρω κάποια στιγμή

    • Ευχαριστώ βασίλη για τα καλά σου λόγια….εξάλου έχουμε κάνει άπειρες συζητήσεις για αυτό το πολιτισμικό γεγονός που γίνεται στην γειτονική σερβία…..Θεωρήτε δεδομένο ότι θα πάμε όχι μόνο στην γκούτσα , αλλά και σε άλλα μέρη……ΞΕΡΕΙΣ ΕΣΥ……!!!!!

  2. […] […]


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Kατηγορίες

Αρέσει σε %d bloggers: